- οικήτωρ
- οἰκήτωρ, -ορος, ὁ (ΑΜ)1. κάτοικος («χθονός τῆσδ' εὐμενοῡς οἰκήτορας», Σοφ.)2. άποικος («ἐξέπεμψαν ὕστερον οὐ πολλῷ εἰς αὐτὴν τοὺς οἰκήτορας», Θουκ.)3. φρ. α) «Ἅιδου οἰκήτορες» — οι νεκροίβ) «οἰκήτωρ θεοῡ» — κάτοικος ναού.[ΕΤΥΜΟΛ. < οἰκῶ + επίθημα -τωρ (πρβλ. κοσμή-τωρ)].
Dictionary of Greek. 2013.